ευεργετώ
•
- κάνω ευεργεσίες, βοηθώ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηωφελώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευεργετώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐεργετῶ, συνηρημένος τύπος του εὐεργετέω < εὐεργέτης. → δείτε και ευ-, έργο
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευεργετώ | ευεργετείς | ευεργετεί | ευεργετούμε | ευεργετείτε | ευεργετούν / ευεργετούνε |
| Παρατατικός | ευεργετούσα | ευεργετούσες | ευεργετούσε | ευεργετούσαμε | ευεργετούσατε | ευεργετούσαν / ευεργετούσανε |
| Αόριστος | ευεργέτησα | ευεργέτησες | ευεργέτησε | ευεργετήσαμε | ευεργετήσατε | ευεργέτησαν / ευεργετήσαν / ευεργετήσανε |
| Μέλλοντας | θα ευεργετήσω / θα ευεργετώ | θα ευεργετήσεις / θα ευεργετείς | θα ευεργετήσει / θα ευεργετεί | θα ευεργετήσουμε / θα ευεργετούμε | θα ευεργετήσετε / θα ευεργετείτε | θα ευεργετήσουν / θα ευεργετήσουνε / θα ευεργετούν / θα ευεργετούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευεργετήσει | έχεις ευεργετήσει | έχει ευεργετήσει | έχουμε ευεργετήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευεργετήσει | είχες ευεργετήσει | είχε ευεργετήσει | είχαμε ευεργετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευεργετήσει / να ευεργετήσω / να ευεργετώ | να έχεις ευεργετήσει / να ευεργετήσεις / να ευεργετείς | να έχει ευεργετήσει / να ευεργετήσει / να ευεργετεί | να έχουμε ευεργετήσει / να ευεργετήσουμε / να ευεργετούμε | να ευεργετήσετε / να ευεργετείτε | να ευεργετήσουν / να ευεργετήσουνε / να ευεργετούν / να ευεργετούνε |
| Προστακτική | — | ευεργέτησε | — | — | ευεργετήστε / ευεργετείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ευεργετήθηκαευεργετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →