Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθερμαγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσική μηχανολογίαπου επιτρέπει με μεγάλη ευκολία τη μετάδοση θερμότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθερμαγωγός < ευ- + θερμαγωγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθερμαγωγόςευθερμαγωγή / ευθερμαγωγόςευθερμαγωγό
Γενικήευθερμαγωγούευθερμαγωγής / ευθερμαγωγούευθερμαγωγού
Αιτιατικήευθερμαγωγόευθερμαγωγή / ευθερμαγωγόευθερμαγωγό
Κλητικήευθερμαγωγέευθερμαγωγέ / ευθερμαγωγήευθερμαγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθερμαγωγοίευθερμαγωγές / ευθερμαγωγοίευθερμαγωγά
Γενικήευθερμαγωγώνευθερμαγωγώνευθερμαγωγών
Αιτιατικήευθερμαγωγούςευθερμαγωγές / ευθερμαγωγούςευθερμαγωγά
Κλητικήευθερμαγωγοίευθερμαγωγές / ευθερμαγωγοίευθερμαγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →