θερμός
•
- δοχείο για υγρά που τα κρατά σε σταθερή θερμοκρασία Βικιλεξικό
- Κάθε πρωί γέμιζε ένα θερμός καφέ, διάλεγε δύο cd, κι εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα για το λιτό μεσημεριανό με ντομάτα κι ένα κομμάτι τυρί, έμενε κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι αργά το απόγευμα. (Έρση Σωτηροπούλου, Δαμάζοντας το κτήνος (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκη, 2025)
Ετυμολογία
θερμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική thermos < αγγλική thermos (σήμα κατατεθέν «Thermos flask» ) < αρχαία ελληνική θερμός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →