Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθετίζω

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςδιευθετώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθετίζω < αρχαία ελληνική εὐθετίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευθετίζωευθετίζειςευθετίζειευθετίζουμεευθετίζετεευθετίζουν / ευθετίζουνε
Παρατατικόςευθέτιζαευθέτιζεςευθέτιζεευθετίζαμεευθετίζατεευθέτιζαν / ευθετίζαν / ευθετίζανε
Αόριστοςευθέτισαευθέτισεςευθέτισεευθετίσαμεευθετίσατεευθέτισαν / ευθετίσαν / ευθετίσανε
Μέλλονταςθα ευθετίζω / θα ευθετίσωθα ευθετίζεις / θα ευθετίσειςθα ευθετίζει / θα ευθετίσειθα ευθετίζουμε / θα ευθετίσουμεθα ευθετίζετε / θα ευθετίσετεθα ευθετίζουν / θα ευθετίζουνε / θα ευθετίσουν / θα ευθετίσουνε
Παρακείμενοςέχω ευθετίσειέχεις ευθετίσειέχει ευθετίσειέχουμε ευθετίσειέχετε ευθετίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ευθετίσειείχες ευθετίσειείχε ευθετίσειείχαμε ευθετίσει——
Υποτακτικήνα έχω ευθετίσει / να ευθετίζω / να ευθετίσωνα έχεις ευθετίσει / να ευθετίζεις / να ευθετίσειςνα έχει ευθετίσει / να ευθετίζει / να ευθετίσεινα έχουμε ευθετίσει / να ευθετίζουμε / να ευθετίσουμενα έχετε ευθετίσει / να ευθετίζετε / να ευθετίσετενα ευθετίζουν / να ευθετίζουνε / να ευθετίσουν / να ευθετίσουνε
Προστακτική—ευθέτιζε / ευθέτισε——ευθετίζετε / ευθετίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →