ευθετώ
•
- τακτοποιώ, διευθετώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθετώ < αρχαία ελληνική εὐθετέω / εὐθετῶ < εὔθετος < εὖ + τίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευθετώ | ευθετείς | ευθετεί | ευθετούμε | ευθετείτε | ευθετούν / ευθετούνε |
| Παρατατικός | ευθετούσα | ευθετούσες | ευθετούσε | ευθετούσαμε | ευθετούσατε | ευθετούσαν / ευθετούσανε |
| Αόριστος | ευθέτησα | ευθέτησες | ευθέτησε | ευθετήσαμε | ευθετήσατε | ευθέτησαν / ευθετήσαν / ευθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα ευθετήσω / θα ευθετώ | θα ευθετήσεις / θα ευθετείς | θα ευθετήσει / θα ευθετεί | θα ευθετήσουμε / θα ευθετούμε | θα ευθετήσετε / θα ευθετείτε | θα ευθετήσουν / θα ευθετήσουνε / θα ευθετούν / θα ευθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευθετήσει | έχεις ευθετήσει | έχει ευθετήσει | έχουμε ευθετήσει | έχετε ευθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευθετήσει | είχες ευθετήσει | είχε ευθετήσει | είχαμε ευθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευθετήσει / να ευθετήσω / να ευθετώ | να έχεις ευθετήσει / να ευθετήσεις / να ευθετείς | να έχει ευθετήσει / να ευθετήσει / να ευθετεί | να έχουμε ευθετήσει / να ευθετήσουμε / να ευθετούμε | να έχετε ευθετήσει / να ευθετήσετε / να ευθετείτε | να ευθετήσουν / να ευθετήσουνε / να ευθετούν / να ευθετούνε |
| Προστακτική | — | ευθέτει / ευθέτησε | — | — | ευθετήστε / ευθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →