ευθυμώ
•
- λόγιοείμαι εύθυμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυμώ < αρχαία ελληνική εὐθυμέω / εὐθυμῶ < εὔθυμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευθυμώ | ευθυμείς | ευθυμεί | ευθυμούμε | ευθυμείτε | ευθυμούν / ευθυμούνε |
| Παρατατικός | ευθυμούσα | ευθυμούσες | ευθυμούσε | ευθυμούσαμε | ευθυμούσατε | ευθυμούσαν / ευθυμούσανε |
| Αόριστος | ευθύμησα | ευθύμησες | ευθύμησε | ευθυμήσαμε | ευθυμήσατε | ευθυμήσαν / ευθυμήσανε / ευθύμησαν |
| Μέλλοντας | θα ευθυμήσω / θα ευθυμώ | θα ευθυμήσεις / θα ευθυμείς | θα ευθυμήσει / θα ευθυμεί | θα ευθυμήσουμε / θα ευθυμούμε | θα ευθυμήσετε / θα ευθυμείτε | θα ευθυμήσουν / θα ευθυμήσουνε / θα ευθυμούν / θα ευθυμούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευθυμήσει | έχεις ευθυμήσει | έχει ευθυμήσει | έχουμε ευθυμήσει | έχετε ευθυμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευθυμήσει | είχες ευθυμήσει | είχε ευθυμήσει | είχαμε ευθυμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευθυμήσει / να ευθυμήσω / να ευθυμώ | να έχεις ευθυμήσει / να ευθυμήσεις / να ευθυμείς | να έχει ευθυμήσει / να ευθυμήσει / να ευθυμεί | να έχουμε ευθυμήσει / να ευθυμήσουμε / να ευθυμούμε | να έχετε ευθυμήσει / να ευθυμήσετε / να ευθυμείτε | να ευθυμήσουν / να ευθυμήσουνε / να ευθυμούν / να ευθυμούνε |
| Προστακτική | — | ευθύμει / ευθύμησε | — | — | ευθυμήστε / ευθυμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →