θύμος
•
- ανατομίαενδοκρινής αδένας που υπάρχει στα βρέφη και στους εφήβους και μικραίνει ιδιαίτερα στους ενήλικες και στον οποίο ωριμάζουν τα Τ-λεμφοκύτταρα (Τ-κύτταρα), τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θύμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θύμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θύμος | θύμοι |
| Γενική | θύμου | θύμων |
| Αιτιατική | θύμο | θύμους |
| Κλητική | θύμε | θύμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →