Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θύμος

/ˈθi.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίαενδοκρινής αδένας που υπάρχει στα βρέφη και στους εφήβους και μικραίνει ιδιαίτερα στους ενήλικες και στον οποίο ωριμάζουν τα Τ-λεμφοκύτταρα (Τ-κύτταρα), τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θύμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θύμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewh₂-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθύμοςθύμοι
Γενικήθύμουθύμων
Αιτιατικήθύμοθύμους
Κλητικήθύμεθύμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

θυμός

/θiˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις Βικιλεξικό
    • Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του.
    • Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά.
    • -Γαβ! γαβ! κλέπτης! φωνάζει άξαφνα ο Νέστωρ. Πού είναι ο κλέπτης; Είναι ένας ποντίκαρος φορτωμένος με εν στάχυ. Κατ’ αρχάς έτρεξε να κρυφθή καταφοβισμένος˙ αλλ’ άμα είδε, ότι δεν τον έφθανε ο φύλαξ, επήρε θάρρος. –Πού έκοψες αυτό το στάχυ; τον ερωτά με θυμό ο Νέστωρ. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο κλέπτης, Θρακικά Χρονικά, τχ. 37 ( 1982), σελ. 76 https://www.greek-language.gr/periodika/mags/thrakika/1982/37/134317)

Ετυμολογία

θυμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θυμός (ψυχή, πνοή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθυμόςθυμοί
Γενικήθυμούθυμών
Αιτιατικήθυμόθυμούς
Κλητικήθυμέθυμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →