Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθυτενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου στέκεται στητός, ίσιος, χωρίς να σκύβει ή να καμπουριάζει Βικιλεξικό
    • ευθυτενές παράστημα

Ετυμολογία

ευθυτενής < ελληνιστική κοινή εὐθυτενής < αρχαία ελληνική εὐθύς + τείνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθυτενήςευθυτενήςευθυτενές
Γενικήευθυτενούςευθυτενούςευθυτενούς
Αιτιατικήευθυτενήευθυτενήευθυτενές
Κλητικήευθυτενή / ευθυτενήςευθυτενήςευθυτενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθυτενείςευθυτενείςευθυτενή
Γενικήευθυτενώνευθυτενώνευθυτενών
Αιτιατικήευθυτενείςευθυτενείςευθυτενή
Κλητικήευθυτενείςευθυτενείςευθυτενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →