ευκαιριακός
•
- που συμβαίνει μόνο όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, για κάτι που γίνεται μόνο όταν οι περιστάσεις το ευνοούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκαιριακός < ευκαιρία + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική occasionnel)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκαιριακός | ευκαιριακή | ευκαιριακό |
| Γενική | ευκαιριακού | ευκαιριακής | ευκαιριακού |
| Αιτιατική | ευκαιριακό | ευκαιριακή | ευκαιριακό |
| Κλητική | ευκαιριακέ | ευκαιριακή | ευκαιριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκαιριακοί | ευκαιριακές | ευκαιριακά |
| Γενική | ευκαιριακών | ευκαιριακών | ευκαιριακών |
| Αιτιατική | ευκαιριακούς | ευκαιριακές | ευκαιριακά |
| Κλητική | ευκαιριακοί | ευκαιριακές | ευκαιριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →