Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευκατανόητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι εύκολο να τον κατανοήσουμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευκατανόητος < ελληνιστική κοινή εὐκατανόητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευκατανόητοςευκατανόητηευκατανόητο
Γενικήευκατανόητουευκατανόητηςευκατανόητου
Αιτιατικήευκατανόητοευκατανόητηευκατανόητο
Κλητικήευκατανόητεευκατανόητηευκατανόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευκατανόητοιευκατανόητεςευκατανόητα
Γενικήευκατανόητωνευκατανόητωνευκατανόητων
Αιτιατικήευκατανόητουςευκατανόητεςευκατανόητα
Κλητικήευκατανόητοιευκατανόητεςευκατανόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →