κατανοώ
•
- καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, πιάνω Βικιλεξικό
- Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
- Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
- δείχνω επιείκεια εκτιμώντας ειδικές συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατανοώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατανοῶ, συνηρημένος τύπος του κατανοέω < κατα- + νοέω < νόος / νοῦς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατανοώ | κατανοείς | κατανοεί | κατανοούμε | κατανοείτε | κατανοούν / κατανοούνε |
| Παρατατικός | κατανοούσα | κατανοούσες | κατανοούσε | κατανοούσαμε | κατανοούσατε | κατανοούσαν / κατανοούσανε |
| Αόριστος | κατανόησα | κατανόησες | κατανόησε | κατανοήσαμε | κατανοήσατε | κατανοήσαν / κατανοήσανε / κατανόησαν |
| Μέλλοντας | θα κατανοήσω / θα κατανοώ | θα κατανοήσεις / θα κατανοείς | θα κατανοήσει / θα κατανοεί | θα κατανοήσουμε / θα κατανοούμε | θα κατανοήσετε / θα κατανοείτε | θα κατανοήσουν / θα κατανοήσουνε / θα κατανοούν / θα κατανοούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατανοήσει | έχεις κατανοήσει | έχει κατανοήσει | έχουμε κατανοήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατανοήσει | είχες κατανοήσει | είχε κατανοήσει | είχαμε κατανοήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατανοήσει / να κατανοήσω / να κατανοώ | να έχεις κατανοήσει / να κατανοήσεις / να κατανοείς | να έχει κατανοήσει / να κατανοήσει / να κατανοεί | να έχουμε κατανοήσει / να κατανοήσουμε / να κατανοούμε | να κατανοήσετε / να κατανοείτε | να κατανοήσουν / να κατανοήσουνε / να κατανοούν / να κατανοούνε |
| Προστακτική | — | κατανόησε | — | — | κατανοήστε / κατανοείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατανοήθηκακατανοούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →