Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευκολία

/ef.koˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάτι εύκολο Βικιλεξικό
    • Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
    • Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
  2. ευχέρεια Βικιλεξικό
  3. επιπολαιότητα, έλλειψη βαθύτερης και ηθικότερης προσέγγισης Βικιλεξικό
  4. διευκόλυνση Βικιλεξικό
  5. πληθυντικόςευκολίες: διευκολύνσεις στην καθημερινή ζωή με τη συνδρομή της τεχνολογίας, ώστε να εξασφαλίζεται ένας άνετος τρόπος ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευκολία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐκολία (καλή διάθεση, ευκολία στην κίνηση) < εὔκολος < εὖ + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, γυρίζω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική facilité )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευκολίαευκολίες
Γενικήευκολίαςευκολιών
Αιτιατικήευκολίαευκολίες
Κλητικήευκολίαευκολίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →