ευκολοβάσταγος
•
- λογοτεχνικόπου βαστιέται και μεταφέρεται εύκολα Βικιλεξικό
- στάχτη και νεκροδόχες μοναχά στα σπίτια καθενός γυρίζουν ...ο Άρης γιομίζοντας τα ευκολοβάσταγα λεβέτια με στάχτη των ανθρώπων
Ετυμολογία
ευκολοβάσταγος < ευκολο- + βασταγός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολοβάσταγος | ευκολοβάσταγη | ευκολοβάσταγο |
| Γενική | ευκολοβάσταγου | ευκολοβάσταγης | ευκολοβάσταγου |
| Αιτιατική | ευκολοβάσταγο | ευκολοβάσταγη | ευκολοβάσταγο |
| Κλητική | ευκολοβάσταγε | ευκολοβάσταγη | ευκολοβάσταγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολοβάσταγοι | ευκολοβάσταγες | ευκολοβάσταγα |
| Γενική | ευκολοβάσταγων | ευκολοβάσταγων | ευκολοβάσταγων |
| Αιτιατική | ευκολοβάσταγους | ευκολοβάσταγες | ευκολοβάσταγα |
| Κλητική | ευκολοβάσταγοι | ευκολοβάσταγες | ευκολοβάσταγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →