κακοβάσταγος
•
- σπάνιοπου δύσκολα κάποιος το βαστά, το υποφέρει Βικιλεξικό
- Όχι· με φτάνει κι όσο τ᾽ αδερφού μου η μοίρα / του Άτλαντα με πονεί … – κακοβάσταγο βάρος.
Ετυμολογία
κακοβάσταγος < κακο- + βασταγός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοβάσταγος | κακοβάσταγη | κακοβάσταγο |
| Γενική | κακοβάσταγου | κακοβάσταγης | κακοβάσταγου |
| Αιτιατική | κακοβάσταγο | κακοβάσταγη | κακοβάσταγο |
| Κλητική | κακοβάσταγε | κακοβάσταγη | κακοβάσταγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοβάσταγοι | κακοβάσταγες | κακοβάσταγα |
| Γενική | κακοβάσταγων | κακοβάσταγων | κακοβάσταγων |
| Αιτιατική | κακοβάσταγους | κακοβάσταγες | κακοβάσταγα |
| Κλητική | κακοβάσταγοι | κακοβάσταγες | κακοβάσταγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →