Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοβάσταγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου δύσκολα κάποιος το βαστά, το υποφέρει Βικιλεξικό
    • Όχι· με φτάνει κι όσο τ᾽ αδερφού μου η μοίρα / του Άτλαντα με πονεί … – κακοβάσταγο βάρος.

Ετυμολογία

κακοβάσταγος < κακο- + βασταγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακοβάσταγοςκακοβάσταγηκακοβάσταγο
Γενικήκακοβάσταγουκακοβάσταγηςκακοβάσταγου
Αιτιατικήκακοβάσταγοκακοβάσταγηκακοβάσταγο
Κλητικήκακοβάσταγεκακοβάσταγηκακοβάσταγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακοβάσταγοικακοβάσταγεςκακοβάσταγα
Γενικήκακοβάσταγωνκακοβάσταγωνκακοβάσταγων
Αιτιατικήκακοβάσταγουςκακοβάσταγεςκακοβάσταγα
Κλητικήκακοβάσταγοικακοβάσταγεςκακοβάσταγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →