ευκρίνεια
•
- το να είναι κάποιος / κάτι ευκρινής / ευκρινές, η ιδιότητα του ευκρινούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος / κάτι ευκρινής / ευκρινές, η ιδιότητα του ευκρινούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκρίνεια < αρχαία ελληνική εὐκρίνεια < εὐκρινής < εὖ + κρίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκρίνεια | ευκρίνειες |
| Γενική | ευκρίνειας | ευκρινειών |
| Αιτιατική | ευκρίνεια | ευκρίνειες |
| Κλητική | ευκρίνεια | ευκρίνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →