Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευλυγισία

/e.vli.ʝiˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ευλύγιστου, το να είναι κάποιος εύκαμπτος Βικιλεξικό
  2. η ιδιότητα του ευλύγιστου, το να είναι κάποιος εύκαμπτος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ικανότητα προσαρμογής σε κάτι νέο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευλυγισία < ευ- + (λυγίζω) λυγισ- + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευλυγισίαευλυγισίες
Γενικήευλυγισίαςευλυγισιών
Αιτιατικήευλυγισίαευλυγισίες
Κλητικήευλυγισίαευλυγισίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →