ευλυγισία
•
- η ιδιότητα του ευλύγιστου, το να είναι κάποιος εύκαμπτος Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του ευλύγιστου, το να είναι κάποιος εύκαμπτος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ικανότητα προσαρμογής σε κάτι νέο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευλυγισία < ευ- + (λυγίζω) λυγισ- + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευλυγισία | ευλυγισίες |
| Γενική | ευλυγισίας | ευλυγισιών |
| Αιτιατική | ευλυγισία | ευλυγισίες |
| Κλητική | ευλυγισία | ευλυγισίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →