ευμεγέθης
•
- που έχει αρκετά μεγάλο μέγεθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευμεγέθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐμεγέθης < εὖ (ευ-) + μέγεθ(ος) + -ης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευμεγέθης | — | ευμέγεθες |
| Γενική | ευμεγέθους | — | ευμεγέθους |
| Αιτιατική | ευμεγέθη | — | ευμέγεθες |
| Κλητική | ευμεγέθη | — | ευμέγεθες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευμεγέθεις | — | ευμεγέθη |
| Γενική | ευμεγέθων | — | ευμεγέθων |
| Αιτιατική | ευμεγέθεις | — | ευμεγέθη |
| Κλητική | ευμεγέθεις | — | ευμεγέθη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →