μέγεθος
•
- οι διαστάσεις και ο όγκος ενός αντικειμένου (μήκος, πλάτος, ύψος) Βικιλεξικό
- Θέλω μια καλαμωτή μεγέθους 3 Χ 1,5
- το πόσο μεγάλο είναι κάτι χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες διαστάσεις, αλλά με διαβάθμιση από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο Βικιλεξικό
- Η Ελλάδα το 2009 βρέθηκε ξαφνικά η τελευταία σε μέγεθος οικονομία της Ευρώπης
- Το μέγεθος της βλακείας
- οικονομίακάθε παράγοντας που επηρεάζει μια επιχείρηση ή και μία χώρα Βικιλεξικό
- η προσπάθεια βελτίωσης των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας
- Τα βασικά οικονομικά μεγέθη σε μια τράπεζα είναι το ενεργητικό, οι καταθέσεις, οι χορηγήσεις και τα ίδια κεφάλαια
- κάποιο βασική ιδιότητα ή χαρακτηριστικό που όμως μετριέται σε μονάδες ειδικής κλίμακας Βικιλεξικό
- μέγεθος αστέρος: η λαμπρότητά του
- μέγεθος σεισμού: η έντασή του
- το νούμερο στα ρούχα, ο αριθμός που φοράει κάποιος στο παντελόνι, τα εσώρουχα ή τα παπούτσια (μικρό μέγεθος, μεσαίο ή μεγάλο) και που συχνά εκφράζεται χωρίς τη χρήση επιθέτου, αλλά με αριθμό: Βικιλεξικό
- φοράω το μέγεθος 4
- η σπουδαιότητα, η έκταση, οι διαστάσεις ενός γεγονότος με τη μεταφορική έννοια Βικιλεξικό
- Δηλαδή, για τίνος μεγέθους επιδημία (απάτη-ζημία) μιλάμε;
- μαθηματικάκάθε ποσό που επιδέχεται αύξηση ή μείωση και επομένως μπορεί να μετρηθεί και να εκφρασθεί με αριθμούς. Βικιλεξικό
- φυσικήτα μετρήσιμα χαρακτηριστικά της ύλης, όπως το μήκος, η μάζα, η θερμποκρασία, η ενέργεια, η ραδιενέργεια , αλλά και ο χρόνος, η ταχύτητα κ.α. Βικιλεξικό
- καλές τέχνεςφυσικό μέγεθος είναι εκείνο που αντιστοιχεί στις συνήθεις διαστάσεις ενός οργάνου, οργανισμού ή αντικειμένου που θέλουμε να αναπαραστήσουμε -αλλιώς αναφερόμαστε αναλυτικότερα στις διαστάσεις που θέλουμε. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέγεθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέγεθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέγεθος | μεγέθη |
| Γενική | μεγέθους | μεγεθών |
| Αιτιατική | μέγεθος | μεγέθη |
| Κλητική | μέγεθος | μεγέθη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →