Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευνούχος

/evˈnu.xos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άντρας που έχει υποστεί ευνουχισμό, που του έχουν αφαιρέσει χειρουργικά τους όρχεις κατά την προεφηβική ηλικία Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραάντρας που είχε υποστεί ευνουχισμό και χρησιμοποιούνταν ως φύλακας του χαρεμιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευνούχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐνοῦχος < εὐνή + -οῦχος (-ούχος) (< ἔχω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευνούχοςευνούχοι
Γενικήευνούχουευνούχων
Αιτιατικήευνούχοευνούχους
Κλητικήευνούχεευνούχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →