ευνουχίζω
•
- για άνδρα ή αρσενικό ζώοαποκόπτω ή καταστρέφω τους γεννητικούς αδένες και καθιστώ στείρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ το δυναμισμό και τη φυσική ορμή από κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευνουχίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐνουχίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευνουχίζω | ευνουχίζεις | ευνουχίζει | ευνουχίζουμε | ευνουχίζετε | ευνουχίζουν / ευνουχίζουνε |
| Παρατατικός | ευνούχιζα | ευνούχιζες | ευνούχιζε | ευνουχίζαμε | ευνουχίζατε | ευνουχίζαν / ευνουχίζανε / ευνούχιζαν |
| Αόριστος | ευνούχισα | ευνούχισες | ευνούχισε | ευνουχίσαμε | ευνουχίσατε | ευνουχίσαν / ευνουχίσανε / ευνούχισαν |
| Μέλλοντας | θα ευνουχίζω / θα ευνουχίσω | θα ευνουχίζεις / θα ευνουχίσεις | θα ευνουχίζει / θα ευνουχίσει | θα ευνουχίζουμε / θα ευνουχίσουμε | θα ευνουχίζετε / θα ευνουχίσετε | θα ευνουχίζουν / θα ευνουχίζουνε / θα ευνουχίσουν / θα ευνουχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ευνουχίσει | έχεις ευνουχίσει | έχει ευνουχίσει | έχουμε ευνουχίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευνουχίσει | είχες ευνουχίσει | είχε ευνουχίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευνουχίσει / να ευνουχίζω / να ευνουχίσω | να έχεις ευνουχίσει / να ευνουχίζεις / να ευνουχίσεις | να έχει ευνουχίσει / να ευνουχίζει / να ευνουχίσει | να έχουμε ευνουχίσει / να ευνουχίζουμε / να ευνουχίσουμε | να ευνουχίζετε / να ευνουχίσετε | να ευνουχίζουν / να ευνουχίζουνε / να ευνουχίσουν / να ευνουχίσουνε |
| Προστακτική | — | ευνούχιζε / ευνούχισε | — | — | ευνουχίζετε / ευνουχίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ευνουχίστηκαευνουχίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →