ευοίωνος
•
- που προμηνύει κάτι καλό· που γεννά αισιοδοξία, αισιόδοξος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευοίωνος < ευ + οιωνός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευοίωνος | ευοίωνη | ευοίωνο |
| Γενική | ευοίωνου | ευοίωνης | ευοίωνου |
| Αιτιατική | ευοίωνο | ευοίωνη | ευοίωνο |
| Κλητική | ευοίωνε | ευοίωνη | ευοίωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευοίωνοι | ευοίωνες | ευοίωνα |
| Γενική | ευοίωνων | ευοίωνων | ευοίωνων |
| Αιτιατική | ευοίωνους | ευοίωνες | ευοίωνα |
| Κλητική | ευοίωνοι | ευοίωνες | ευοίωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →