Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυσοίωνος

/ðiˈsi.o.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προμηνύει κάτι κακό Βικιλεξικό
    • τα σημάδια της αρρώστιας ήταν δυσοίωνα και οι προβλέψεις του γιατρού ήταν απαισιόδοξες
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, 1966‑ Ο κόσμος στα μέτρα του, αρχική δημοσίευση: (2012), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2016, ISBN 9789601645704, @google.gr/books
    • μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...απόλυτα άγονη και έρημη, και με το δικό της δυσοίωνο τρόπο πολύ όμορφη. Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

δυσοίωνος < δυσ- + οιων(ός) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσοίωνοςδυσοίωνηδυσοίωνο
Γενικήδυσοίωνουδυσοίωνηςδυσοίωνου
Αιτιατικήδυσοίωνοδυσοίωνηδυσοίωνο
Κλητικήδυσοίωνεδυσοίωνηδυσοίωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσοίωνοιδυσοίωνεςδυσοίωνα
Γενικήδυσοίωνωνδυσοίωνωνδυσοίωνων
Αιτιατικήδυσοίωνουςδυσοίωνεςδυσοίωνα
Κλητικήδυσοίωνοιδυσοίωνεςδυσοίωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →