ευπείθεια
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος ευπειθής, να υπακούει πρόθυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπείθεια | ευπείθειες |
| Γενική | ευπείθειας | ευπειθειών |
| Αιτιατική | ευπείθεια | ευπείθειες |
| Κλητική | ευπείθεια | ευπείθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →