Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμόρφωση

/siˈmoɾ.fo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμμορφώνω: Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμμορφώνω: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμόρφωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμμόρφω(σις) + -ση (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conformité & από την αγγλική conformity)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμμόρφωσησυμμορφώσεις
Γενικήσυμμόρφωσηςσυμμορφώσεων
Αιτιατικήσυμμόρφωσησυμμορφώσεις
Κλητικήσυμμόρφωσησυμμορφώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →