ευπροσάρμοστος
•
- που προσαρμόζεται εύκολα σε νέες συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευπροσάρμοστος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐπροσάρμοστος, (μαρτυρείται από το 1885) ευ- + (προσαρμόζω), πορσαρμοσ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπροσάρμοστος | ευπροσάρμοστη | ευπροσάρμοστο |
| Γενική | ευπροσάρμοστου | ευπροσάρμοστης | ευπροσάρμοστου |
| Αιτιατική | ευπροσάρμοστο | ευπροσάρμοστη | ευπροσάρμοστο |
| Κλητική | ευπροσάρμοστε | ευπροσάρμοστη | ευπροσάρμοστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπροσάρμοστοι | ευπροσάρμοστες | ευπροσάρμοστα |
| Γενική | ευπροσάρμοστων | ευπροσάρμοστων | ευπροσάρμοστων |
| Αιτιατική | ευπροσάρμοστους | ευπροσάρμοστες | ευπροσάρμοστα |
| Κλητική | ευπροσάρμοστοι | ευπροσάρμοστες | ευπροσάρμοστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →