Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευπρόσβλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εύκολα μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευπρόσβλητος < ευ- + προσβάλλω (παθ.αόρ. προσβλή-θηκα) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευπρόσβλητοςευπρόσβλητηευπρόσβλητο
Γενικήευπρόσβλητουευπρόσβλητηςευπρόσβλητου
Αιτιατικήευπρόσβλητοευπρόσβλητηευπρόσβλητο
Κλητικήευπρόσβλητεευπρόσβλητηευπρόσβλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευπρόσβλητοιευπρόσβλητεςευπρόσβλητα
Γενικήευπρόσβλητωνευπρόσβλητωνευπρόσβλητων
Αιτιατικήευπρόσβλητουςευπρόσβλητεςευπρόσβλητα
Κλητικήευπρόσβλητοιευπρόσβλητεςευπρόσβλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →