ευπρόσδεκτος
•
- που τον δεχόμαστε με ευχαρίστηση Βικιλεξικό
- Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
- που τον δεχόμαστε με ευχαρίστηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευπρόσδεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐπρόσδεκτος < αρχαία ελληνική εὖ + προσδέχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + προσ- + δεκτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπρόσδεκτος | ευπρόσδεκτη | ευπρόσδεκτο |
| Γενική | ευπρόσδεκτου | ευπρόσδεκτης | ευπρόσδεκτου |
| Αιτιατική | ευπρόσδεκτο | ευπρόσδεκτη | ευπρόσδεκτο |
| Κλητική | ευπρόσδεκτε | ευπρόσδεκτη | ευπρόσδεκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπρόσδεκτοι | ευπρόσδεκτες | ευπρόσδεκτα |
| Γενική | ευπρόσδεκτων | ευπρόσδεκτων | ευπρόσδεκτων |
| Αιτιατική | ευπρόσδεκτους | ευπρόσδεκτες | ευπρόσδεκτα |
| Κλητική | ευπρόσδεκτοι | ευπρόσδεκτες | ευπρόσδεκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →