καλοδεχούμενος
•
- που γίνεται δεκτό με ευχαρίστηση, με καλή διάθεση Βικιλεξικό
- Είναι πολύ αγαπητός σε όλους και πάντα καλοδεχούμενος στην παρέα μας.
Ετυμολογία
καλοδεχούμενος < μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος καλοδέχομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε καλο- + δεχούμενος (δέχομαι)
Άλλοι τύποι
καλοδεχούμενακαλοδεχούμενεκαλοδεχούμενεςκαλοδεχούμενηκαλοδεχούμενηςκαλοδεχούμενοκαλοδεχούμενοικαλοδεχούμενοςκαλοδεχούμενουκαλοδεχούμενουςκαλοδεχούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →