Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευπρόσωπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κάποια ποιότητα και μας δημιουργεί θετικές εντυπώσεις Βικιλεξικό
    • Ευπρόσωπη ελληνική παρουσία στο Φεστιβάλ Βερολίνου (*)

Ετυμολογία

ευπρόσωπος < αρχαία ελληνική εὐπρόσωπος < εὖ + πρόσωπο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευπρόσωποςευπρόσωπηευπρόσωπο
Γενικήευπρόσωπουευπρόσωπηςευπρόσωπου
Αιτιατικήευπρόσωποευπρόσωπηευπρόσωπο
Κλητικήευπρόσωπεευπρόσωπηευπρόσωπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευπρόσωποιευπρόσωπεςευπρόσωπα
Γενικήευπρόσωπωνευπρόσωπωνευπρόσωπων
Αιτιατικήευπρόσωπουςευπρόσωπεςευπρόσωπα
Κλητικήευπρόσωποιευπρόσωπεςευπρόσωπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →