ευπόρθητος
•
- που εκπορθείται εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευπόρθητος < ευ + πορθώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπόρθητος | ευπόρθητη | ευπόρθητο |
| Γενική | ευπόρθητου | ευπόρθητης | ευπόρθητου |
| Αιτιατική | ευπόρθητο | ευπόρθητη | ευπόρθητο |
| Κλητική | ευπόρθητε | ευπόρθητη | ευπόρθητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπόρθητοι | ευπόρθητες | ευπόρθητα |
| Γενική | ευπόρθητων | ευπόρθητων | ευπόρθητων |
| Αιτιατική | ευπόρθητους | ευπόρθητες | ευπόρθητα |
| Κλητική | ευπόρθητοι | ευπόρθητες | ευπόρθητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →