ευρετική
•
- η αναζήτηση, εύρεση και συγκέντρωση ιστορικών ή άλλων πηγών, προκειμένου να μελετήσουμε κάποιο ζήτημα Βικιλεξικό
- μαθηματικάμέθοδος ή αλγόριθμος που συμβάλλει στην γρήγορη λύση ενός προβλήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η λύση είναι η βέλτιστη δυνατή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευρετική < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ευρετικός < αρχαία ελληνική εὑρετικός (1.(μεταφραστικό δάνειο) γερμανική heuristisch) (2.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική heuristic)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρετική | ευρετικές |
| Γενική | ευρετικής | ευρετικών |
| Αιτιατική | ευρετική | ευρετικές |
| Κλητική | ευρετική | ευρετικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →