ευρυμαθής
•
- που έχει εύρος γνώσεων, που γνωρίζει πολλά, που έχει πολλές γνώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευρυμαθής < ευρυ- + -μαθής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρυμαθής | ευρυμαθής | ευρυμαθές |
| Γενική | ευρυμαθούς | ευρυμαθούς | ευρυμαθούς |
| Αιτιατική | ευρυμαθή | ευρυμαθή | ευρυμαθές |
| Κλητική | ευρυμαθή / ευρυμαθής | ευρυμαθής | ευρυμαθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρυμαθείς | ευρυμαθείς | ευρυμαθή |
| Γενική | ευρυμαθών | ευρυμαθών | ευρυμαθών |
| Αιτιατική | ευρυμαθείς | ευρυμαθείς | ευρυμαθή |
| Κλητική | ευρυμαθείς | ευρυμαθείς | ευρυμαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →