μαθαίνω
•
- αποκτώ γνώσεις πάνω σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- Έμαθα να οδηγώ.
- πληροφορούμαι μια είδηση Βικιλεξικό
- Μόλις έμαθα ότι πέρασες στον διαγωνισμό.
- Τι μαθαίνω; Παντρεύεσαι;
- παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)
- διδάσκω Βικιλεξικό
- Προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα.
- διδάσκομαι Βικιλεξικό
- Έμαθα τα γαλλικά στο σχολείο.
- συνηθίζω να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- Έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους.
- απειλητική προειδοποίηση για τιμωρία Βικιλεξικό
- Θα σε μάθω εγώ να λές ψέματα· για τιμωρία, δεν θα πας εκδρομή.
- για τους παθητικούς τύπους, δείτε μαθαίνομαι και τις σημειώσεις στο λήμμα μαθεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαθαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθαίνω < αρχαία ελληνική ἔμαθον, αόριστος β΄ τού μανθάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mn̥(s)-dʰh₁- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men- (< μιμνήσκω) + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (< τίθημι). Για τον ίδιο μεταπλασμό σε -αίνω από αόριστο θέμα παραβάλετε παθαίνω, πεθαίνω, πηγαίνω κτλ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαθαίνω | μαθαίνεις | μαθαίνει | μαθαίνουμε | μαθαίνετε | μαθαίνουν / μαθαίνουνε |
| Παρατατικός | μάθαινα | μάθαινες | μάθαινε | μαθαίναμε | μαθαίνατε | μάθαιναν / μαθαίναν / μαθαίνανε |
| Αόριστος | έμαθα | έμαθες | έμαθε | μάθαμε | μάθατε | έμαθαν / μάθαν / μάθανε |
| Μέλλοντας | θα μάθω / θα μαθαίνω | θα μάθεις / θα μαθαίνεις | θα μάθει / θα μαθαίνει | θα μάθουμε / θα μαθαίνουμε | θα μάθετε / θα μαθαίνετε | θα μάθουν / θα μάθουνε / θα μαθαίνουν / θα μαθαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μάθει | έχεις μάθει | έχει μάθει | έχουμε μάθει | έχετε μάθει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μάθει | είχες μάθει | είχε μάθει | είχαμε μάθει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μάθει / να μάθω / να μαθαίνω | να έχεις μάθει / να μάθεις / να μαθαίνεις | να έχει μάθει / να μάθει / να μαθαίνει | να έχουμε μάθει / να μάθουμε / να μαθαίνουμε | να έχετε μάθει / να μάθετε / να μαθαίνετε | να μάθουν / να μάθουνε / να μαθαίνουν / να μαθαίνουνε |
| Προστακτική | — | μάθαινε / μάθε | — | — | μάθετε / μαθαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →