Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαθαίνω

/maˈθe.no/ρήμα
•
  1. αποκτώ γνώσεις πάνω σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
    • Έμαθα να οδηγώ.
  2. πληροφορούμαι μια είδηση Βικιλεξικό
    • Μόλις έμαθα ότι πέρασες στον διαγωνισμό.
    • Τι μαθαίνω; Παντρεύεσαι;
    • παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)
  3. διδάσκω Βικιλεξικό
    • Προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα.
  4. διδάσκομαι Βικιλεξικό
    • Έμαθα τα γαλλικά στο σχολείο.
  5. συνηθίζω να κάνω κάτι Βικιλεξικό
    • Έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους.
  6. απειλητική προειδοποίηση για τιμωρία Βικιλεξικό
    • Θα σε μάθω εγώ να λές ψέματα· για τιμωρία, δεν θα πας εκδρομή.
  7. για τους παθητικούς τύπους, δείτε μαθαίνομαι και τις σημειώσεις στο λήμμα μαθεύομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαθαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθαίνω < αρχαία ελληνική ἔμαθον, αόριστος β΄ τού μανθάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mn̥(s)-dʰh₁- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men- (< μιμνήσκω) + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (< τίθημι). Για τον ίδιο μεταπλασμό σε -αίνω από αόριστο θέμα παραβάλετε παθαίνω, πεθαίνω, πηγαίνω κτλ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαθαίνωμαθαίνειςμαθαίνειμαθαίνουμεμαθαίνετεμαθαίνουν / μαθαίνουνε
Παρατατικόςμάθαιναμάθαινεςμάθαινεμαθαίναμεμαθαίνατεμάθαιναν / μαθαίναν / μαθαίνανε
Αόριστοςέμαθαέμαθεςέμαθεμάθαμεμάθατεέμαθαν / μάθαν / μάθανε
Μέλλονταςθα μάθω / θα μαθαίνωθα μάθεις / θα μαθαίνειςθα μάθει / θα μαθαίνειθα μάθουμε / θα μαθαίνουμεθα μάθετε / θα μαθαίνετεθα μάθουν / θα μάθουνε / θα μαθαίνουν / θα μαθαίνουνε
Παρακείμενοςέχω μάθειέχεις μάθειέχει μάθειέχουμε μάθειέχετε μάθει—
Υπερσυντέλικοςείχα μάθειείχες μάθειείχε μάθειείχαμε μάθει——
Υποτακτικήνα έχω μάθει / να μάθω / να μαθαίνωνα έχεις μάθει / να μάθεις / να μαθαίνειςνα έχει μάθει / να μάθει / να μαθαίνεινα έχουμε μάθει / να μάθουμε / να μαθαίνουμενα έχετε μάθει / να μάθετε / να μαθαίνετενα μάθουν / να μάθουνε / να μαθαίνουν / να μαθαίνουνε
Προστακτική—μάθαινε / μάθε——μάθετε / μαθαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →