Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευτρεπίζω

/ev.tɾeˈpi.zo/ρήμα
•
  1. ναυτικός όρος«ευτρεπίζω την άγκυρα»: την ελευθερώνω από τις περιπλοκές της αλυσίδας της Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όρος«ευτρεπίζω την αλυσίδα»: την απαλλάσσω από τις συστροφές της Βικιλεξικό
  3. παθητική φωνήευτρεπίζομαι: καλλωπίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευτρεπίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εὐτρεπίζω < αρχαία ελληνική εὐτρεπίζω < εὐτρεπής. Μορφολογικά αναλύεται σε ευ- + -τρεπ- + -ίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευτρεπίζωευτρεπίζειςευτρεπίζειευτρεπίζουμεευτρεπίζετεευτρεπίζουν / ευτρεπίζουνε
Παρατατικόςευτρέπιζαευτρέπιζεςευτρέπιζεευτρεπίζαμεευτρεπίζατεευτρέπιζαν / ευτρεπίζαν / ευτρεπίζανε
Αόριστοςευτρέπισαευτρέπισεςευτρέπισεευτρεπίσαμεευτρεπίσατεευτρέπισαν / ευτρεπίσαν / ευτρεπίσανε
Μέλλονταςθα ευτρεπίζω / θα ευτρεπίσωθα ευτρεπίζεις / θα ευτρεπίσειςθα ευτρεπίζει / θα ευτρεπίσειθα ευτρεπίζουμε / θα ευτρεπίσουμεθα ευτρεπίζετε / θα ευτρεπίσετεθα ευτρεπίζουν / θα ευτρεπίζουνε / θα ευτρεπίσουν / θα ευτρεπίσουνε
Παρακείμενοςέχω ευτρεπίσειέχεις ευτρεπίσειέχει ευτρεπίσειέχουμε ευτρεπίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ευτρεπίσειείχες ευτρεπίσειείχε ευτρεπίσειείχαμε ευτρεπίσει——
Υποτακτικήνα έχω ευτρεπίσει / να ευτρεπίζω / να ευτρεπίσωνα έχεις ευτρεπίσει / να ευτρεπίζεις / να ευτρεπίσειςνα έχει ευτρεπίσει / να ευτρεπίζει / να ευτρεπίσεινα έχουμε ευτρεπίσει / να ευτρεπίζουμε / να ευτρεπίσουμενα ευτρεπίζετε / να ευτρεπίσετενα ευτρεπίζουν / να ευτρεπίζουνε / να ευτρεπίσουν / να ευτρεπίσουνε
Προστακτική—ευτρέπιζε / ευτρέπισε——ευτρεπίζετε / ευτρεπίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ευτρεπίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →