ευτρεπίζω
•
- ναυτικός όρος«ευτρεπίζω την άγκυρα»: την ελευθερώνω από τις περιπλοκές της αλυσίδας της Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος«ευτρεπίζω την αλυσίδα»: την απαλλάσσω από τις συστροφές της Βικιλεξικό
- παθητική φωνήευτρεπίζομαι: καλλωπίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευτρεπίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εὐτρεπίζω < αρχαία ελληνική εὐτρεπίζω < εὐτρεπής. Μορφολογικά αναλύεται σε ευ- + -τρεπ- + -ίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευτρεπίζω | ευτρεπίζεις | ευτρεπίζει | ευτρεπίζουμε | ευτρεπίζετε | ευτρεπίζουν / ευτρεπίζουνε |
| Παρατατικός | ευτρέπιζα | ευτρέπιζες | ευτρέπιζε | ευτρεπίζαμε | ευτρεπίζατε | ευτρέπιζαν / ευτρεπίζαν / ευτρεπίζανε |
| Αόριστος | ευτρέπισα | ευτρέπισες | ευτρέπισε | ευτρεπίσαμε | ευτρεπίσατε | ευτρέπισαν / ευτρεπίσαν / ευτρεπίσανε |
| Μέλλοντας | θα ευτρεπίζω / θα ευτρεπίσω | θα ευτρεπίζεις / θα ευτρεπίσεις | θα ευτρεπίζει / θα ευτρεπίσει | θα ευτρεπίζουμε / θα ευτρεπίσουμε | θα ευτρεπίζετε / θα ευτρεπίσετε | θα ευτρεπίζουν / θα ευτρεπίζουνε / θα ευτρεπίσουν / θα ευτρεπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ευτρεπίσει | έχεις ευτρεπίσει | έχει ευτρεπίσει | έχουμε ευτρεπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευτρεπίσει | είχες ευτρεπίσει | είχε ευτρεπίσει | είχαμε ευτρεπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευτρεπίσει / να ευτρεπίζω / να ευτρεπίσω | να έχεις ευτρεπίσει / να ευτρεπίζεις / να ευτρεπίσεις | να έχει ευτρεπίσει / να ευτρεπίζει / να ευτρεπίσει | να έχουμε ευτρεπίσει / να ευτρεπίζουμε / να ευτρεπίσουμε | να ευτρεπίζετε / να ευτρεπίσετε | να ευτρεπίζουν / να ευτρεπίζουνε / να ευτρεπίσουν / να ευτρεπίσουνε |
| Προστακτική | — | ευτρέπιζε / ευτρέπισε | — | — | ευτρεπίζετε / ευτρεπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ευτρεπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →