Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευτροφικός

/ef.tɾo.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικολογίαπου έχει σχέση με τον ευτροφισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή εμφανίζει αυτό το φαινόμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευτροφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική eutrophic + -ικός < αρχαία ελληνική εὐτροφία < εὔτροφος < εὖ (ευ-) + τρέφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευτροφικόςευτροφικήευτροφικό
Γενικήευτροφικούευτροφικήςευτροφικού
Αιτιατικήευτροφικόευτροφικήευτροφικό
Κλητικήευτροφικέευτροφικήευτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευτροφικοίευτροφικέςευτροφικά
Γενικήευτροφικώνευτροφικώνευτροφικών
Αιτιατικήευτροφικούςευτροφικέςευτροφικά
Κλητικήευτροφικοίευτροφικέςευτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →