ευτροφικός
•
- οικολογίαπου έχει σχέση με τον ευτροφισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή εμφανίζει αυτό το φαινόμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευτροφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική eutrophic + -ικός < αρχαία ελληνική εὐτροφία < εὔτροφος < εὖ (ευ-) + τρέφω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευτροφικός | ευτροφική | ευτροφικό |
| Γενική | ευτροφικού | ευτροφικής | ευτροφικού |
| Αιτιατική | ευτροφικό | ευτροφική | ευτροφικό |
| Κλητική | ευτροφικέ | ευτροφική | ευτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευτροφικοί | ευτροφικές | ευτροφικά |
| Γενική | ευτροφικών | ευτροφικών | ευτροφικών |
| Αιτιατική | ευτροφικούς | ευτροφικές | ευτροφικά |
| Κλητική | ευτροφικοί | ευτροφικές | ευτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →