ολιγοτροφικός
•
- οικολογίαπου έχει σε ανεπαρκή ποσότητα φυτικά θρεπτικά στοιχεία (για υδάτινο οικοσύστημα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολιγοτροφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική oligotrophic + -ικός < αρχαία ελληνική ὀλίγος (ολιγο-) + (τρέφω) τροφ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολιγοτροφικός | ολιγοτροφική | ολιγοτροφικό |
| Γενική | ολιγοτροφικού | ολιγοτροφικής | ολιγοτροφικού |
| Αιτιατική | ολιγοτροφικό | ολιγοτροφική | ολιγοτροφικό |
| Κλητική | ολιγοτροφικέ | ολιγοτροφική | ολιγοτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολιγοτροφικοί | ολιγοτροφικές | ολιγοτροφικά |
| Γενική | ολιγοτροφικών | ολιγοτροφικών | ολιγοτροφικών |
| Αιτιατική | ολιγοτροφικούς | ολιγοτροφικές | ολιγοτροφικά |
| Κλητική | ολιγοτροφικοί | ολιγοτροφικές | ολιγοτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →