Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευτυχώ

ρήμα
•
  1. αισθάνομαι ευτυχία Βικιλεξικό
    • Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ (Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτη, 2024)

Ετυμολογία

ευτυχώ < ευ + τύχη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →