ευτυχισμένος
•
- που αισθάνεται ευτυχία Βικιλεξικό
- από τότε που γύρισε ο γιος της, είναι και πάλι ευτυχισμένη
- που φέρει τα σημάδια της ευτυχίας Βικιλεξικό
- ευτυχισμένα χαμόγελα
- που χαρακτηρίζεται από ευτυχία Βικιλεξικό
- ευτυχισμένα χρόνια
Ετυμολογία
ευτυχισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουευτυχώ
Άλλοι τύποι
ευτυχισμέναευτυχισμένεευτυχισμένεςευτυχισμένηευτυχισμένηςευτυχισμένοευτυχισμένοιευτυχισμένοςευτυχισμένουευτυχισμένουςευτυχισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →