Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευφημιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο λεγόμενος κατ' ευφημισμόν, δηλαδή εγκωμιαστικά ή επαινετικά (ακόμη και αν αποσιωπάται κάτι κακό ή δυσάρεστο) Βικιλεξικό
    • αν και ο δεύτερος πυλώνας της ΕΕ ήταν ευφημιστικός, αποκαλούμενος ως κοινή εξωτερική πολιτική, επί της ουσίας έφερε διακυβερνητικά χαρακτηριστικά (ομοφωνία και βέτο) με αποτέλεσμα οι πολίτες να ακούν για κοινή εξωτερική πολιτική και κοινή εξωτερική πολιτική να μη βλέπουν

Ετυμολογία

ευφημιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευφημιστικόςευφημιστικήευφημιστικό
Γενικήευφημιστικούευφημιστικήςευφημιστικού
Αιτιατικήευφημιστικόευφημιστικήευφημιστικό
Κλητικήευφημιστικέευφημιστικήευφημιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευφημιστικοίευφημιστικέςευφημιστικά
Γενικήευφημιστικώνευφημιστικώνευφημιστικών
Αιτιατικήευφημιστικούςευφημιστικέςευφημιστικά
Κλητικήευφημιστικοίευφημιστικέςευφημιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →