ευφυΐα
•
- η ικανότητα αντίληψης του κόσμου, η ευθυκρισία και η δυνατότητα του ατόμου να ενεργεί λειτουργικά, αποδοτικά, η ιδιότητα του ευφυούς Βικιλεξικό
- Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.
- πρακτική και μετρήσιμη ικανότητα (δείκτης ευφυΐας) Βικιλεξικό
- γενική ευφυΐα (συνολικό εύρος ικανοτήτων, αποδοτικότητας)
- μία από τις επιμέρους ευφυΐες (ικανότητες, αποδόσεις σε συγκεκριμένο τομέα. Π.χ. αριθμητική, χωροταξική, λεκτική, συναισθηματική, μουσική κτλ.)
Ετυμολογία
ευφυΐα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐφυΐα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφυΐα | ευφυΐες |
| Γενική | ευφυΐας | — |
| Αιτιατική | ευφυΐα | ευφυΐες |
| Κλητική | ευφυΐα | ευφυΐες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →