ευφωνικός
•
- γραμματικήπου αναπτύσσεται χάριν ευφωνίας, π.χ. για σύμφωνο ή ημίφωνο που παρεμβάλλεται μεταξύ φωνηέντων, ώστε να αποφευχθεί η χασμωδία Βικιλεξικό
- ευφωνικό νι, ευφωνικό κ
Ετυμολογία
ευφωνικός < ευφων(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφωνικός | ευφωνική | ευφωνικό |
| Γενική | ευφωνικού | ευφωνικής | ευφωνικού |
| Αιτιατική | ευφωνικό | ευφωνική | ευφωνικό |
| Κλητική | ευφωνικέ | ευφωνική | ευφωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφωνικοί | ευφωνικές | ευφωνικά |
| Γενική | ευφωνικών | ευφωνικών | ευφωνικών |
| Αιτιατική | ευφωνικούς | ευφωνικές | ευφωνικά |
| Κλητική | ευφωνικοί | ευφωνικές | ευφωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →