Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευφωνικός

/e.fo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου αναπτύσσεται χάριν ευφωνίας, π.χ. για σύμφωνο ή ημίφωνο που παρεμβάλλεται μεταξύ φωνηέντων, ώστε να αποφευχθεί η χασμωδία Βικιλεξικό
    • ευφωνικό νι, ευφωνικό κ

Ετυμολογία

ευφωνικός < ευφων(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευφωνικόςευφωνικήευφωνικό
Γενικήευφωνικούευφωνικήςευφωνικού
Αιτιατικήευφωνικόευφωνικήευφωνικό
Κλητικήευφωνικέευφωνικήευφωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευφωνικοίευφωνικέςευφωνικά
Γενικήευφωνικώνευφωνικώνευφωνικών
Αιτιατικήευφωνικούςευφωνικέςευφωνικά
Κλητικήευφωνικοίευφωνικέςευφωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →