Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευωδιά

/e.voˈðʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ευχάριστη μυρωδιά Βικιλεξικό
    • από την κουζίνα έρχονταν ευωδιές που μας γαργαλούσαν τη μύτη

Ετυμολογία

ευωδιά < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική εὐωδία με συνίζηση Δείτε και το ευωδία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευωδιάευωδιές
Γενικήευωδιάςευωδιών
Αιτιατικήευωδιάευωδιές
Κλητικήευωδιάευωδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ευωδία

/e.voˈði.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοευχάριστη μυρωδιά, λόγιος τύπος του ευωδιά Βικιλεξικό
    • Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/345888_proto-brady-toy-kalokairioy)

Ετυμολογία

ευωδία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐωδία. Συγκρίνετε με το ευωδιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευωδίαευωδίες
Γενικήευωδίαςευωδιών
Αιτιατικήευωδίαευωδίες
Κλητικήευωδίαευωδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →