ευώδης
•
- λόγιοπου έχει όμορφη μυρωδιά (ευωδιά) Βικιλεξικό
- Υπάρχει όμως εν λεπτόν / πολύ ευώδες άνθος / που δεν μαραίνεται ποτέ / και τ' αγαπώ με πάθος. (Μαρία Πολυδούρη, Στη φίλη μου)
Ετυμολογία
ευώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐώδης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευώδης | ευώδης | ευώδες |
| Γενική | ευώδους | ευώδους | ευώδους |
| Αιτιατική | ευώδη | ευώδη | ευώδες |
| Κλητική | ευώδη / ευώδης | ευώδης | ευώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευώδεις | ευώδεις | ευώδη |
| Γενική | ευωδών | ευωδών | ευωδών |
| Αιτιατική | ευώδεις | ευώδεις | ευώδη |
| Κλητική | ευώδεις | ευώδεις | ευώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →