εφευρίσκω
•
- επινοώ κάτι (μια μέθοδο, μια συσκευή κ.λπ.) που δεν υπήρχε προηγουμένως Βικιλεξικό
- επινοώ κάτι φανταστικό, για να αποφύγω μια δυσάρεστη κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφευρίσκω < αρχαία ελληνική ἐφευρίσκω < ἐπί + εὑρίσκω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | εφευρισκόμουνα | εφευρισκόσουνα | εφευρισκότανε | — | εφευρισκόσαστε | εφευρισκόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | εφευρεθήκαν / εφευρεθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εφευρεθώ | θα εφευρεθείς | θα εφευρεθεί | θα εφευρεθούμε | θα εφευρεθείτε | θα εφευρεθούν / θα εφευρεθούνε |
| Παρακείμενος | έχω εφευρεθεί | έχεις εφευρεθεί | έχει εφευρεθεί | έχουμε εφευρεθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εφευρεθεί | είχες εφευρεθεί | είχε εφευρεθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εφευρεθεί / να εφευρεθώ | να έχεις εφευρεθεί / να εφευρεθείς | να έχει εφευρεθεί / να εφευρεθεί | να έχουμε εφευρεθεί / να εφευρεθούμε | να εφευρεθείτε | να εφευρεθούν / να εφευρεθούνε |
| Προστακτική | — | εφευρίσκου | — | — | εφευρεθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εφευρίσκομαι | εφευρίσκεσαι | εφευρίσκεται | εφευρισκόμαστε | εφευρίσκεστε | εφευρίσκονται |
| Παρατατικός | εφευρισκόμουν | εφευρισκόσουν | εφευρισκόταν | εφευρισκόμασταν / εφευρισκόμαστε | εφευρισκόσασταν | εφευρίσκονταν |
| Αόριστος | εφευρέθηκα | εφευρέθηκες | εφευρέθηκε | εφευρεθήκαμε | εφευρεθήκατε | εφευρέθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εφευρίσκομαι | θα εφευρίσκεσαι | θα εφευρίσκεται | θα εφευρισκόμαστε | θα εφευρίσκεστε | θα εφευρίσκονται |
| Υποτακτική | να εφευρίσκομαι | να εφευρίσκεσαι | να εφευρίσκεται | να εφευρισκόμαστε | να εφευρίσκεστε | να εφευρίσκονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | εφευρίσκεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →