Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφεύρεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δημιουργία ενός νέου αντικειμένου, που δεν υπήρχε προηγουμένως ή εύρεση μιας νέας μεθόδου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφεύρεση < (ελληνιστική κοινή) ἐφεύρεσις < ἐπι- + εὕρεσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεφεύρεσηεφευρέσεις
Γενικήεφεύρεσηςεφευρέσεων
Αιτιατικήεφεύρεσηεφευρέσεις
Κλητικήεφεύρεσηεφευρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →