εφηβεία
•
- το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και την πορεία προς την πλήρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και την ωριμότητα Βικιλεξικό
- Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
Ετυμολογία
εφηβεία < ελληνιστική κοινή ἐφηβεία < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐπί + ἥβη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφηβεία | εφηβείες |
| Γενική | εφηβείας | εφηβειών |
| Αιτιατική | εφηβεία | εφηβείες |
| Κλητική | εφηβεία | εφηβείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →