έφηβος
•
- άτομο που διανύει την περίοδο της εφηβείας Βικιλεξικό
- Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
Ετυμολογία
έφηβος < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐπι- + ἥβη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έφηβος | έφηβοι |
| Γενική | έφηβου / εφήβου | έφηβων / εφήβων |
| Αιτιατική | έφηβο | έφηβους / εφήβους |
| Κλητική | έφηβε | έφηβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →