εφημεριακός
•
- που έχει σχέση με τον εφημέριο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφημεριακός < εφημέριος + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφημεριακός | εφημεριακή | εφημεριακό |
| Γενική | εφημεριακού | εφημεριακής | εφημεριακού |
| Αιτιατική | εφημεριακό | εφημεριακή | εφημεριακό |
| Κλητική | εφημεριακέ | εφημεριακή | εφημεριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφημεριακοί | εφημεριακές | εφημεριακά |
| Γενική | εφημεριακών | εφημεριακών | εφημεριακών |
| Αιτιατική | εφημεριακούς | εφημεριακές | εφημεριακά |
| Κλητική | εφημεριακοί | εφημεριακές | εφημεριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →