Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφημεριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εφημέριο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφημεριακός < εφημέριος + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφημεριακόςεφημεριακήεφημεριακό
Γενικήεφημεριακούεφημεριακήςεφημεριακού
Αιτιατικήεφημεριακόεφημεριακήεφημεριακό
Κλητικήεφημεριακέεφημεριακήεφημεριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφημεριακοίεφημεριακέςεφημεριακά
Γενικήεφημεριακώνεφημεριακώνεφημεριακών
Αιτιατικήεφημεριακούςεφημεριακέςεφημεριακά
Κλητικήεφημεριακοίεφημεριακέςεφημεριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →