Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφημεριδογραφία

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοη δουλειά του εφημεριδογράφου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφημεριδογραφία < εφημεριδογράφος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεφημεριδογραφίαεφημεριδογραφίες
Γενικήεφημεριδογραφίαςεφημεριδογραφιών
Αιτιατικήεφημεριδογραφίαεφημεριδογραφίες
Κλητικήεφημεριδογραφίαεφημεριδογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →