εφημεριδοφάγος
•
- περιπαιχτικάσυστηματικός ή και μανιώδης αναγνώστης εφημερίδων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφημεριδοφάγος < εφημερίδ(α) + -ο- + -φάγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφημεριδοφάγος | εφημεριδοφάγοι |
| Γενική | εφημεριδοφάγου | εφημεριδοφάγων |
| Αιτιατική | εφημεριδοφάγο | εφημεριδοφάγους |
| Κλητική | εφημεριδοφάγε | εφημεριδοφάγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →